1912: πώς σώθηκε η Θεσσαλονίκη

«Ο μηχανικός Βασίλειος Μπεκιάρης ήταν γέννημα θρέμμα αρχοντικής οικογένειας του Βουρβουτσικού (Επταχωρίου). Η οικογένειά του μετανάστευσε στη Θεσσαλία, στο Καζακλάρ (Αμπελώνα Λάρισας) μετά την απελευθέρωσή της  (1881), μαζί με πολλές άλλες οικογένειες. Ακολούθησε εθελοντικά τον ελληνικό στρατό το 1912 στην απελευθερωτική του πορεία, παρέχοντας τις πολύτιμες επιστημονικές του γνώσεις» (Από το βιβλίο του Επταχωρίτη Δημητρίου Τσίγκαλου «Επταχώρι, ένα πρωτοποριακό χωριό», 1988)

Τα παρακάτω περίληψη απ΄το βιβλίο τού Τσίγκαλου.

Όταν ο ελληνικός στρατός κατευθύνθηκε για να απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη βρήκε κατεστραμμένες τις γέφυρες των ποταμών Αξιού και  Λουδία. Τότε η συμβολή του Μπεκιάρη στη «ζεύξη» τους ήταν καθοριστική για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, λίγες ώρες πριν την καταλάβουν οι Βούλγαροι. Για τη μεταφορά των υλικών και την επισκευή των γεφυρών χρειαζόταν περισσότερο από 10 μέρες κατά τον υπολογισμό των επιτελικών μηχανικών. Στην κρίσιμη στιγμή ο Βασίλειος Μπεκιάρης υποστήριξε πως σε 5 ώρες μπορεί να ζεύξει τον Αξιό. Ζήτησε ακρόαση από τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο, που του είπε: «Μπεκιάρη, αν το πετύχεις, η πατρίδα θα σε ευγνωμονεί και εγώ δε θα σε ξεχάσω.» Σε 5 ώρες η γέφυρα ήταν έτοιμη… χρειάστηκαν μερικά παλαμάρια, μονόξυλα ψαράδων, μπάλες χόρτου, άδεια βαρέλια κρασιού, γρεντιές και σανίδες από στέγες σπιτιών. Πράγματι, ο Κωνσταντίνος δεν τον ξέχασε και αμέσως μετά την απελευθέρωση, του έδωσε χίλιες λίρες, τις οποίες ο Μπεκιάρης διέθεσε για το ξεκίνημα της κατασκευής «του περίλαμπρου σήμερα ναού της Αγίας Παρασκευής, στο χωριό του Επταχώρι».

Δείτε το βίντεο, στην εκπομπή αληθινά σενάρια, αφηγείται ο Βασίλης Δήμου από το Επταχώρι.
https://www.youtube.com/watch?v=23HtmHVIOts 

1912 – Μπεκιάρης

Οκτώβριος του δώδεκα κι οι γέφυρες κομμένες,
καθηλωμένος ο στρατός μπροστά στον Αξιό.
Οκτώβριος του δώδεκα και η Θεσσαλονίκη
βρίσκεται ακόμα στη σκλαβιά, στον τούρκικο ζυγό.

Μέρες πολέμου κρίσιμες κι οι γέφυρες κομμένες,
οι Βούλγαροι καραδοκούν.
Το όνειρό τους το παλιό για τη Θεσσαλονίκη
το ‘χουν μπροστά τους ζωντανό, πιστεύουν πως μπορούν.

Ο βασιλιάς κι οι επιτελείς αναζητούν τη λύση
πώς να διαβούν.
Πώς να περάσουν ιππικό, οχήματα, κανόνια.
Μέρες πολλές χρειάζονται γέφυρες να στηθούν.

Αύριο όμως θα ’ναι αργά, οι Βούλγαροι προφταίνουν
και όλοι τώρα αδημονούν.
Η νύφη του Θερμαϊκού σε κίνδυνο μεγάλο,
οι ώρες είναι λιγοστές και γρήγορα περνούν.

Αυτή τη δύσκολη στιγμή που όλα είναι μαύρα,
η λύση έρχεται απλά.
Τη δίνει ένας έμπειρος που όλοι τον γνωρίζουν
και μέχρι τώρα στο στρατό προσέφερε πολλά.

Ακολουθεί απ’ την αρχή στο νικηφόρο αγώνα-
ένας θερμός εθελοντής.
Σε παρακάμψεις και οδούς, σε ζεύξεις κι οχυρώσεις
έδωσε λύσεις γρήγορα και δείγματα γραφής.

Βουρβουτσικό η πατρίδα του, Μπεκιάρης τ’ όνομά του,
με το καθήκον οδηγό.
Αγώνα τώρα ξεκινά με υλικά φθαρμένα,
όμως μυαλό κι επιμονή και άφθαρτο ηθικό.

Στέγες παλιών φτωχόσπιτων, σανίδια και μαδέρια,
δοκάρια, πάσσαλοι φραχτών,
δένει και κρασοβάρελα, μονόξυλα ψαράδων,
όλο το βιος προσφέρεται υστέρημα φτωχών.

Πέντε οι ώρες, αρκετές, ο Αξιός νικιέται.
Όλοι κοιτάζουν κι απορούν.
Παράξενη η γέφυρα και δεν πολυπιστεύουν,
αν τα κανόνια κι ο στρατός μπορέσουν να διαβούν.

Το έργο είναι σίγουρο, ο πόθος το στεριώνει,
η γέφυρα κρατά γερά,
και ο στρατός ξεχύνεται ακάθεκτος στον κάμπο
και στη Θεσσαλονίκη μας φέρνει τη λευτεριά.

Για το Μπεκιάρη έπαινοι, βαθιά ευγνωμοσύνη
και προσφορές χρηματικές για την ανταμοιβή.
Όμως αυτός κάτι χρωστά, έχει να δώσει κάπου,
αυτά που πήρε μέσα του από μικρό παιδί.

Το χρέος το ’χει στο χωριό, στην άξια πατρίδα,
όπου οι παλιοί τον δίδαξαν από πολύ νωρίς,
εκεί που πρώτα ένοιωσε πώς πάνω απ’ το εγώ του,
υπάρχει κάτι ανώτερο, το άγιο εμείς.

Περιουσία ολόκληρη δωρίζει στην πατρίδα
κι υψώνει στο Βουρβουτσικό ναό περικαλλή,
κόσμημα μέχρι σήμερα στ’ όμορφο Επταχώρι,
θυμίζει το παράδειγμα και μιμητές καλεί.

Μιχάλης Κεραμάρης, εκπαιδευτικός, Επταχώρι