Προτομές ηρώων του ’40 στο Επταχώρι.
Στη μέση ο Δαβάκης, ανάμεσα στον Δημήτριο Μισύρη (αριστερά) και Αλέξανδρο Διάκο (δεξιά). Δίπλα στο Μισύρη ο Ελευθέριος Ντάσκας. Στα άκρα οι Επταχωρίτες Σωτήριος Μήλιος (αριστερά) και Ιωάννης Δήμου (δεξιά)

ΔΑΒΑΚΗΣ – ΜΙΣΥΡΗΣ – ΔΙΑΚΟΣ – ΜΗΛΙΟΣ – ΝΤΑΣΚΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΔΑΒΑΚΗΣ

«Όταν λέμε εποποιία της Πίνδου, αυτόν εννοούμε. Τ΄όνομά του, η μορφή του, τα έξαλλα μάτια του, η θεία του τρέλα, έρχονται αμέσως στο νου μας. Η έδρα του ξακουστού Αποσπάσματός του, το Επταχώρι, θα μείνει αθάνατο στην Ελληνική, αλλά και στην Παγκόσμια Ιστορία.»  Σπύρος Μελάς

Δύο μήνες έμεινε ο Δαβάκης στο Επταχώρι, ως Διοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου, από τέλος Αυγούστου 1940 έως 2 Νοεμβρίου που τραυματίστηκε. Στο χωριό που το αγάπησε και τον αγάπησαν!

Ο Λάκωνας Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης ήταν ο διοικητής του 51ου Συντάγματος Πεζικού και στη συνέχεια του Αποσπάσματος Πίνδου, το οποίο είχε ως έδρα το Επταχώρι.

Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, οπότε εκδηλώθηκε η ιταλική εισβολή, ο Δαβάκης αντιμετώπισε την 3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών ΤΖΟΥΛΙΑ με ένα απόσπασμα 2.000 ανδρών, υπό τις εντολές και τις οδηγίες του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. Η τακτική του σε ολόκληρη την έκταση της ζώνης ευθύνης του (35 χιλιόμετρα) ήταν αμυντική, και μάλιστα έκανε υποχρεωτικό ελιγμό, αναμένοντας ενισχύσεις. Την 1η Νοεμβρίου 1940, οπότε έφτασαν οι ενισχύσεις που περίμενε ο Δαβάκης, οι ελληνικές δυνάμεις έκαναν αντεπίθεση και κύκλωσαν τις ιταλικές, που αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Κατά την αντεπίθεση αυτή, και συγκεκριμένα την 6η ημέρα από την έναρξη των επιχειρήσεων, στον Προφήτη Ηλία  Δροσοπηγής, ο Δαβάκης τραυματίστηκε στο στήθος. Στον αξιωματικό που τον πλησίασε για να τον περιποιηθεί πρόσταξε, μαζεύοντας όσες δυνάμεις τού ‘μεναν ακόμα: «Άσε με εμένα, πες με πεθαμένο! Και κοίτα να μη σου πάρουν τις θέσεις! Τράβα!» Στη συνέχεια τον μετέφεραν αναίσθητο με το φορείο στο Επταχώρι. Ο τραυματισμός του τού προκάλεσε προβλήματα σε συσχετισμό με την παλαιά στηθική του νόσο. Έτσι χρειάστηκε να αποχωρήσει από το μέτωπο, όπου τον αντικατέστησε ο ταγματάρχης Ιωάννης Καραβίας.

Η νίκη του αποσπάσματος του Δαβάκη είχε αποφασιστική σημασία στην έκβαση του πολέμου. Μάλιστα θεωρήθηκε η πρώτη ήττα του άξονα. Η επιτυχία του Δαβάκη συνίσταται «στην άμεση διάγνωση ενός τακτικού λάθους που έκανε ο Ιταλός μέραρχος να προχωρήσει γοργά προς τη Σαμαρίνα χωρίς να καλύψει το πλευρό της φάλαγγάς του». Ο Δαβάκης το είδε αμέσως και από τη δεύτερη μέρα του σκληρού αγώνα ήταν σίγουρος ότι χάρη σ’ αυτό το λάθος «θα μάντρωνε τους Ιταλούς».

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης νοσηλείας του Δαβάκη, οι πολεμικές επιχειρήσεις έληξαν και η χώρα βρέθηκε υπό κατοχή. Τον Δεκέμβριο του 1942, και ενώ ακόμα νοσηλευόταν στην Αθήνα, ο Δαβάκης συνελήφθη ως όμηρος από τις ιταλικές αρχές κατοχής, μαζί με πολλούς διακεκριμένους αξιωματικούς, γιατί θεωρήθηκαν ύποπτοι αντιστασιακής δράσης. Οι συλληφθέντες επιβιβάστηκαν στην Πάτρα στο ατμόπλοιο Τσιτά ντι Τζένοβα (Πόλη της Γένοβα) για να μεταφερθούν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Το πλοίο αυτό τορπιλίστηκε από συμμαχικό υποβρύχιο και βυθίστηκε στα ανοιχτά των νότιων αλβανικών ακτών, με αποτέλεσμα να πνιγούν οι επιβαίνοντες στα νερά της Αδριατικής. (Ιανουάριος 1943). Το πτώμα του Δαβάκη περισυνελέγη, αναγνωρίστηκε και ετάφη στον Αυλώνα. Μεταπολεμικά τα οστά του διακομίστηκαν και ενταφιάστηκαν στην Αθήνα.                      

Ο πόλεμος ήρθε

Φαντάροι αξημέρωτοι τραβούν στο Επταχώρι,
με τα μουλάρια στα στενά, το φόρτωμα βαρύ.
Μικροί, μεγάλοι, δίπλα τους, ένα χωριό στο πόδι,
για της πατρίδας την τιμή όλοι ζητούν σπαθί.

Μες στην πλατεία τού χωριού μιλάει ο Δαβάκης
και του στρατού μας εξηγεί τη δύσκολη στιγμή,
γι αυτό ζητά τη συνδρομή
«παντός δυναμένου να μεταφέρει πολεμοφόδια
εις τα υψώματα», προς την πρώτη γραμμή.
Δεν προλαβαίνει να το πει και η βουή τον κόβει.
Από καιρό είν’ έτοιμοι, και θέλουν και μπορούν
να δώσει ο καθένας τους τη δύναμή του όλη.
Για την αξιοπρέπεια, και ανυπομονούν.

Και οι γυναίκες στη φωτιά.
Γυναίκες ακατάβλητες, ψημένες μες στη ζήση,
γνωρίσανε τον πόλεμο από μικρά παιδιά,
μπρος στα δεινά που έρχονται καμιά δε θα λυγίσει,
δίνουν παρόν στο κάλεσμα
και κουβαλούν αγόγγυστα τα πυρομαχικά.
Υψώματα της Ζούζουλης, Πριάσωπο, Αϊλια.
Αγκάθια, λάσπη, ατραποί, κατσάβραχα κι αντάρα,
για το αρχαίο σθένος τους ασήμαντα μικρά.

Στο δρόμο τής επιστροφής και πάλι φορτωμένες,
μ’ αυτούς που τους ορίσανε στην πρώτη τη γραμμή,
στης τύχης τους το διάσελο τους βρήκανε οι σφαίρες,
την ώρα που σηκώνανε του έθνους την τιμή.

Φέρνουν μαζί και Ιταλούς φαντάρους πληγωμένους,
πριν λίγο μισητοί εχθροί, θρασείς επιδρομείς.
Κι αυτών το αίμα κόκκινο, των είκοσί τους χρόνων,
στα μέρη μας τους έφερε πολιτισμός ντροπής.

Γρήγορα δένουνε κλαδιά για πρόχειρα φορεία,
με τα τσαρούχια ακροπατούν στις γκρίζες ρεματιές,
αυτές οι σκληροτράχηλες με τα σκασμένα χέρια,
ξέχειλες είναι από στοργή σα μάνες κι αδερφές.

Όλοι σε όλα δίνονται αυτές τις άγριες μέρες,
μες στου πολέμου τη φωτιά ανθεί η ανθρωπιά.
Κι αν οι αιώνες προχωρούν και οι γενιές καινούριες,
η Ιλιάδα γράφεται για πολλοστή φορά…

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΕΡΑΜΑΡΗΣ
(συνταξιούχος εκπαιδευτικός – Επταχώρι)

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ  ΜΙΣΥΡΗΣ

Ο Αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Γ. Μισύρης, υποδιοικητής του Δαβάκη, πέτυχε μια σημαντικότατη νίκη κατά των Ιταλών, χαράματα της 1ης Νοεμβρίου 1940, στη Λυκόρραχη Γράμμου, δεκαπέντε χλμ. απ΄το Επταχώρι, στην οποία τραυματίστηκε. Ήταν η πρώτη επιτυχία του Ελληνικού στρατού. Παράλληλα αγωνίζονταν επιτυχώς ο Δαβάκης και ο Αλέξανδρος Διάκος στην περιοχή Επταχωρίου, Ζούζουλης και Δροσοπηγής. Το μεσημέρι της 1ης Νοεμβρίου σκοτώθηκε ο Αλ. Διάκος και 2 Νοεμβρίου τραυματίστηκε ο Δαβάκης.
Ο Αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Μισύρης γεννήθηκε το 1893 στην Ενορία Κύμης Ευβοίας. Κατατάχθηκε στον στρατό το 1913. Υπηρέτησε πάντα σε μάχιμες μονάδες. Υπηρέτησε στο Μακεδονικό μέτωπο, στη Ρωσία και στη Μικρά Ασία, όπου τραυματίστηκε στη μάχη του Σαγγάριου.
Τον Απρίλιο του 1940 τοποθετείται διοικητής του 51ου Συντάγματος Πεζικού.
Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο υπηρέτησε στο μέτωπο της Ηπείρου αναλαμβάνοντας ως Υποδιοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου του Κων/νου Δαβάκη.
Την 1η Νοεμβρίου 1940 πετυχαίνει την ΠΡΩΤΗ νίκη κατά των Ιταλών εισβολέων στη Λυκόρραχη του Γράμμου, όπου και τραυματίζεται.
Αποστρατεύεται το 1948 και το 1963 πεθαίνει στην Αθήνα.
Προς τιμήν του έχει στηθεί η προτομή του στο Επταχώρι της Καστοριάς και στην Χαλκίδα και έχει κατασκευασθεί μαυσωλείο στο νεκροταφείο Χαλκίδος, όπου μεταφέρθηκαν τα οστά του. Στην σχολή Πεζικού της Χαλκίδας υπάρχει ειδική προθήκη με την στολή του και τα μετάλλια του.
Η συμβολή του στη μάχη κατά των επίλεκτων μεραρχιών των Ιταλών ήταν τεράστιας σημασίας, αφ’ενός μεν γιατί ήταν η πρώτη νίκη των Ελλήνων, αναπτερώνοντας έτσι το ηθικό του στρατεύματος, αφ’ετέρου δε γιατί έδωσε πολύτιμο χρόνο στο υπόλοιπο στράτευμα να οργανωθεί και να καταφθάσουν ενισχύσεις με αποτέλεσμα τις συνεχείς νίκες των Ελλήνων μέχρι τον Απρίλιο του ’41 όπου εισέβαλαν οι Γερμανοί.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ  ΔΙΑΚΟΣ

diakos-40Ο Αλέξανδρος Διάκος, από την ιταλοκρατούμενη Χάλκη της Δωδεκανήσου, ήταν ο πρώτος νεκρός αξιωματικός κατά την αντεπίθεση της 1ης Νοεμβρίου 1940. Έπεσε κοντά στο Επταχώρι, στην περιοχή Τσούκα Ζούζουλης.
Η αναφορά που έφθασε στα χέρια τού Συνταγματάρχη Δαβάκη αναφέρει:
«Πολλαπλάσιαι ιταλικαί δυνάμεις αντεπετέθησαν κατά των οπλιτών του λόχου… Με αδάμαστον αποφασιστικότητα και ακλόνητον θάρρος ο υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος κατόρθωσε ν’ ανασυντάξη εκ τρίτου τον λόχον, να τον εμψυχώση και να τον ρίψη μετά νέας ορμής εναντίον των λυσσωδώς αμυνομένων Ιταλών. Καθ’ ον δε χρόνον διά τετάρτην φοράν ο δοκιμασθείς λόχος εκαλείτο με την λόγχην εφ’ όπλου ν’ αντιμετωπίση νέαν, θραυσθείσαν και αυτήν, αντεπίθεσιν του εχθρού διά της τελικής εφόδου του, ο δε ηρωικός διοικητής του λόχου αυτού, τεθείς επί κεφαλής, εκραύγαζε με φωνήν Άρεως: «Εμπρός, παιδιά, για μια μεγάλη Ελλάδα και μίαν ελεύθερη Δωδεκάνησο», ριπή πολυβόλου τον εφόνευσε». Ο Αλέξανδρος Διάκος  γνώρισε την αθανασία σε ηλικία 29 ετών!

Προτομές Δαβάκη και Αλέξανδρου Διάκου στο Επταχώρι.

 

Αλέξανδρος  Διάκος

Από τη Χάλκη κίνησες τον όμορφον αγώνα
με θάρρος απροσμέτρητο κατά των Ιταλών.
Κι όταν στη χώρα έφτασε το άγος τού αιώνα,
στάθηκες αντιμέτωπος στυγνών κατακτητών,
αγέρωχος ενώπιον των εχθρικών πυρών.

Στης Ζούζουλης το ύψωμα σε όρισε η πατρίδα,
και βρέθηκες να πολεμάς στην πρώτη τη γραμμή,
μέσα σου δυνατή φωνή, φωνή τού Λεωνίδα,
νυν υπέρ πάντων ο αγών, του έθνους προσταγή.
Και έπεσες, Αλέξανδρε, στην πρώτη τη γραμμή.

Απλός, καθάριος, άδολος ο πατριωτισμός σου,
μέσα στης μάχης τη βουή, στων όπλων την κλαγγή,
αγνός για την Ελλάδα μας ο ενθουσιασμός σου
σε όρθωσε αφόβιστο, γενναίο μαχητή.
Και έπεσες, Αλέξανδρε, στην πρώτη τη γραμμή.

Πολλοί σε ακολούθησαν στης Πίνδου τις χαράδρες,
σε ρέματα, σε διάσελα, σε χιόνια, σε γκρεμούς,
μέσα στα χρόνια στέκεστε αείφωτες λαμπάδες,
χρέος βαρύ αφήσατε σε μας τους ζωντανούς,
που ήσυχοι βιώνουμε καιρούς ειρηνικούς.

Καθένας απ’ τη θέση του μπορεί να πολεμάει,
για της πατρίδας το καλό και για την προκοπή,
τι τού ’δωσε η πατρίδα του, ποτέ του δε ρωτάει,
και δε ζητάει πληρωμή, καμιά ανταμοιβή,
έτοιμος πάντα να σταθεί στην πρώτη τη γραμμή.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΕΡΑΜΑΡΗΣ
(συνταξιούχος εκπαιδευτικός – Επταχώρι)

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΜΗΛΙΟΣ (1915 – 1941)

Μία από τις έξι προτομές Επταχωρίου είναι ο ήρωας του ’40 Σωτήριος Μήλιος, δικηγόρος από το Επταχώρι. Έπεσε πολεμώντας στη γραμμή Πόγραδετς-Ελμπασάν  το 1941, ως ανθυπολοχαγός.

Από εφημερίδα της Ελληνικής ομογένειας:

«ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΒΟΥΝΩΝ – Τι προσέφερεν εις τον βωμόν της πατρίδος το Επταχώριον της Μακεδονίας.

Κατά τον πόλεμον  του 1940 το Επταχώρι είχε δύο θύματα, τον δικηγόρον Σωτήριον Κ. Μήλιον και τον διαπρεπέστατον  ιατρόν Ιωάννην Π. Δήμου. Είχε και τρεις ελαφρώς τραυματισθέντας, τον Κων.  Δημ. Δήμου,  Μιχ. Χρ. Λιάπην και Γεώργιον Ι. Χαλκιάν

Ο Σωτήριος Μήλιος γεννήθηκε στο Επταχώρι το 1915. Αφού τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο Επταχωρίου, φοίτησε στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου. Το 1933 εισήχθη στη Νομική σχολή τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1936 στη σχολή εφέδρων αξιωματικών στη Σύρο. Με το βαθμό τού ανθυπολοχαγού υπηρέτησε στο 5ο σύνταγμα στα Τρίκαλα. Μετά το τέλος τής θητείας του, άνοιξε δικηγορικό γραφείο στην Καστοριά. Το χάρηκε λίγες εβδομάδες. Με την κήρυξη του πολέμου επιστρατεύτηκε και πήρε μέρος σε σκληρές μάχες. Βρέθηκε στο πιο βορινό τμήμα τού μετώπου, στη γραμμή Πόγραδετς-Ελμπασάν. Του ανετέθη να καταλάβει ένα ύψωμα πάση θυσία. Στη λυσσαλέα μάχη δέχτηκε δύο σφαίρες, αλλά αρνήθηκε να μεταβεί στα μετόπισθεν για την επίδεση των τραυμάτων. Δεν εννοεί να φύγει ζωντανός, αν δεν καταλάβει το ύψωμα. Και πράγματι καταφέρνουν να απωθήσουν τους Ιταλούς. Τη στιγμή που πέφτει στα χέρια των ανδρών του το ύψωμα, μια ομοβροντία σφαιρών τον ρίχνει κάτω. Πρόλαβε να πει στους στρατιώτες του: «Παιδιά μην κλαίτε. Θάρρος. Και να πείτε στον πατέρα μου ότι δεν πέθανα, αλλά ζω αιωνίως, γιατί τη ζωή μου την εθυσίασα στο βωμό τής πατρίδος.»

Τον μετέφεραν αναίσθητο στο νοσοκομείο τής Φλώρινας, όπου πέθανε από ακατάσχετη αιμορραγία την 1 Φεβρουαρίου 1941.»

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ  ΝΤΑΣΚΑΣ

(Τα στοιχεία για τον Ελευθέριο Ντάσκα από την ιστοσελίδα Θεοδώριανα)

  Ξημερώματα 1ης Νοέμβρίου 1940. Ο 2ος λόχος του 4ου Συντάγματος Πεζικού επιχειρεί ανακατάληψη της Γραμμής «Γύφτισσα – Οξυά» και του υψώματος «Τσούκα» που βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Φούρκα Ιωαννίνων και Ζούζουλη Καστοριάς. Στη μάχη πέφτει νεκρός ο διοικητής του λόχου, υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος, 29 χρονών από την Ιταλοκρατούμενη ακόμα Ρόδο.

Τη διοίκηση του λόχου αναλαμβάνει ο Ελευθέριος Ντάσκας 38 χρονών, έφεδρος   ανθυπολοχαγός, ο οποίος τα αμέσως επόμενα λεπτά πέφτει και ο ίδιος νεκρός από πυρά πολυβόλου. Στη μάχη εκείνη πιάστηκαν αιχμάλωτοι τρεις Ιταλοί αξιωματικοί και 222 ιταλοί οπλίτες. Επιτεύχθηκε η ανακατάληψη της Γραμμής Γύφτισσα – Οξιά και ο ελληνικός στρατός κατέγραψε τους πρώτους ήρωες, τους πρώτους νεκρούς του Έλληνες αξιωματικούς.

“Σύμφωνα με την διαταγή αντεπιθέσεως, το πρωί της 1ης Νοεμβρίου η Διλοχία του Ι τάγματος του 4ου συντάγματος έπρεπε να καταλάβει το χωριό Φούρκα, δυτικά της Ζούζουλης.  Μπροστά από αυτή υψώνεται το όρος Τσούκα με υψόμετρο 1157 μ. καλυμμένο από δάση. Έπρεπε λοιπόν να καταληφθεί η Τσούκα και ο διοικητής του λόχου ζητεί από τους στρατιώτες του μια τελευταία προσπάθεια, είχαν ακολουθήσει δυο αποτυχημένες, για την κατάληψη της Τσούκας. Η ώρα ήταν 12 και η φωνή του Διάκου αντήχησε πάλι. «Εμπρός δια της λόγχης». Μόνο ο Ντάσκας και λιγοστοί άνδρες τον ακολουθούν τη φορά αυτή. Οι άνδρες προχωρούν και η πρώτη ιταλική γραμμή καταλαμβάνεται και πάλι. Όμως βρέθηκε ακριβώς απέναντι από ένα ιταλικό πολυβόλο. Προσέξατε κύριε υπολοχαγέ, φώναξε ο Ντάσκας. Ορθός ο Διάκος με το όπλο του έβαλε κατά του χειριστή του ιταλικού πολυβόλου. Αλλά το ξερό κροτάλισμα του πολυβόλου αντήχησε και πάλι και έτσι ο Διάκος έπεσε νεκρός. Μας φάγανε τον υπολοχαγό, φώναξε ο Ντάσκας. Ήταν οι τελευταίες λέξεις που πρόφερε καθώς πήγαινε προς το μέρος που είχε πέσει ο Διάκος. Μια ριπή τον εσώριασε και αυτόν νεκρό…. Η Τσούκα κατελήφθη τις επόμενες ημέρες, ο Διάκος και ο Ντάσκας ήταν οι πρώτοι αξιωματικοί νεκροί του πολέμου”.

(Στοιχεία από τη μεγάλη εικονογραφημένη ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 του Αλέξανδρου Εδιπίδου)

Ο Ελευθέριος Ντάσκας τάφηκε από ντόπιους στον οικισμό Ζούζουλη της Καστοριάς. Γεννήθηκε στον Πλάτανο Τρικάλων. Γιος του δάσκαλου Χρήστου Ντάσκα, ο οποίος γεννήθηκε στα Θεοδώριανα, αλλά στις αρχές του περασμένου αιώνα εγκαταστάθηκε στον Πλάτανο Τρικάλων. Το τελευταίο από τα έξι αγόρια της οικογένειας. Ακολουθεί στο δρόμο της θυσίας για την πατρίδα τον μεγαλύτερο αδερφό του Νίκο, ο οποίος σκοτώθηκε στον πόλεμο του 1914-18.

Στην πλατεία του Πλάτανου Τρικάλων έχει στηθεί από το 1980 ορειχάλκινη προτομή του. Από τότε τελούνται προς τιμήν του την πρώτη Κυριακή κάθε Νοεμβρίου τα “Ελευθέρια ”, πολιτιστικές – αθλητικές εκδηλώσεις, αφού ήταν και πρωταθλητής του Γυμναστικού συλλόγου Τρικάλων. Επίσης στην Άρτα, οδός στην περιοχή «Τρίγωνο» έχει πάρει το όνομά του.

Στο Επταχώρι στήθηκε η προτομή του το 1979, δίπλα στο Δαβάκη, Διάκο, Μισύρη, Μήλιο και Δήμου.

 

Αφηγήσεις παλιότερων για την παραμονή τού Δαβάκη στο Επταχώρι

Έδρα Διοίκησης Αποσπάσματος Πίνδου το Επταχώρι. Δυο μήνες, είχαν οι Επταχωρίτες στο χωριό το Δαβάκη με το στρατό του, από τέλος Αυγούστου 1940. Πολλά αφηγούνται  οι παλιότεροι, πολλές ιστορίες καθημερινές με το Δαβάκη στην πλατεία, στα καφενεία, στα βοσκοτόπια, ενώ ο πόλεμος ερχόταν… Μιλούσε με όλους , όχι μόνο με τους μεγάλους, αλλά και με τα παιδιά…

Λέει η Μαρία Γιαννούλη σε εκπομπή της ΕΤ3 (δεκαετία ’90): «Το σπίτι μας το επίταξαν, κοιμούνταν ο στρατός. Σε ένα δωμάτιο ο Δαβάκης, στο άλλο εμείς». 14χρονη το ’40 Μαρία, και θυμάται διάφορα περιστατικά από τη διαμονή του Δαβάκη στο σπίτι τους… «‘Ήμασταν μια οικογένεια…  Εκείνη τη νύχτα, ακούμε το τηλέφωνο από το διπλανό δωμάτιο που κοιμόταν… «εμπρός» τον ακούσαμε… «μας κήρυξαν τον πόλεμο συνταγματάρχα»… Kαι αλλού: «τον έφεραν εδώ απάν’ στη Ράχη τραυματισμένο στο φορείο… εμείς τα παιδιά πήγαμε να τον δούμε και να τον αποχαιρετήσουμε… μας είδε και έκλαψε… και λέει «παιδιά μη φοβάστε, θα τους νικήσουμε, θα τους γυρίσουμε πίσω και θα ελευθερωθούμε» Και λέει ο αδερφός τ’ ο γιατρός: «παιδιά, φιλήστε του το χέρι» … έσκυψάμι όλ’, φιλήσαμι του χερ’ και ευχήθκαμι περαστικά. Κι από κει τον πήραν πάλι στο φορείο κι έφυγαν»

Ο Αργύριος Λουλάκης (πατέρας μου) Ήταν στα δεκαπέντε του το ’40.

«Στις 28 Οκτωβρίου που κηρύχτηκε ο πόλεμος, το χωριό άδειασε για 3-4 μέρες, κρυφτήκαμε στο δάσος  και στα κατσάβραχα Βοΐου, στις καλύβες που είχαν στα χωράφια τους εκεί κάποιοι χωριανοί. Δεν ησύχαζα, δεν μπορούσα να είμαι κρυμμένος κι ο πόλεμος ν΄ακούγεται… κατέβηκα στο χωριό και πήγα σ’ ένα ύψωμα όπου ήταν το φυλάκιο με μερικούς στρατιώτες να χειρίζονται ασύρματο, παίρνοντας και στέλνοντας μηνύματα. Ήξερα καλά τους δύο, σπίτι μας έμεναν δυο μήνες, όλα τα σπίτια φιλοξένησαν στρατιώτες τότε. «Ήρθα να βοηθώ σε ό,τι μπορώ» είπα. «Τότε να σε κάνουμε εθελοντή»… και έγινα εθελοντής, μου έδωσαν και στρατιωτικά ρούχα, κι εγώ καμάρωνα έτσι ντυμένος!» Η πρώτη αποστολή: στις 30 ή 31 Οκτωβρίου οδήγησε στο μέτωπο ένα τμήμα στρατιωτών, είχαν αρχίσει να έρχονται οι ενισχύσεις που ζήτησε ο Δαβάκης… «Ως το ποτάμι, στου Ζούτσου το μύλο με άφησαν να τους οδηγήσω, «φτάνει ως εδώ» είπαν, «να ρθω λίγο πιο πάνω»… ήθελα  να πάω πιο κοντά στον πόλεμο που τον άκουγα, χαμός γινόταν απ΄τις τουφεκιές και τ΄αεροπλάνα, δε μ΄άφησαν…

Όταν έφεραν στο χωριό το Δαβάκη τραυματισμένο (2 Νοεμβρίου), πήγα στο σπίτι που τον είχαν, στου Τζημόπουλου το σπίτι («Τζημοπούλειο μουσείο» σήμερα) και ζήτησα να τον δω… δε μ΄άφηνε ο φρουρός στην πόρτα, επέμενα «τον ξέρω, μιλούσαμε όλο τον καιρό, θέλω να ρωτήσω πώς πάει ο πόλεμος» φώναζα… πήρε είδηση από πάνω ο Δαβάκης (αυτό ήθελα κι εγώ) και φώναξε «αφήστε το παιδί!»  Ήταν ανασηκωμένος στο σιδεροκρέβατο και σηκώνοντας το χέρι (δεν τον ξεχνώ) «έλα λεβέντη μου, μη φοβάσαι, όλα καλά παν, θα τους μαντρώσουμε όπου να ‘ναι!»

Μια εγγονή του Κοσμά Τσέτσου, προέδρου στα χρόνια του πολέμου, η Γιαννούλα Τσέτσου  (Πλιάτσικα), η οποία γεννήθηκε στα μέσα Οκτωβρίου, μας είπε σε μια απ΄τις εκδηλώσεις μας για το ‘40: «Είχε δύσκολη γέννα η μάνα μου, και ο Δαβάκης κάλεσε με τον ασύρματο γιατρό, ο οποίος ήρθε και βοήθησε την πρακτική μαμή… Ο Δαβάκης είπε πως θέλει να βαφτίσει το παιδί… Του είπε τότε η μάνα μου: Κουρίτς είνι, συνταγματάρχα, όχ’ πιδί»… Όμως ο Δαβάκης  τραυματίστηκε και τον έφυγαν απ΄το χωριό… κι έτσι έχασα το νούνο…» είπε η Γιαννούλα.

Πολλοί είναι αυτοί στο χωριό που τον θυμούνται να κερνάει τον κόσμο στα καφενεία και να χορεύει στην πλατεία, μάλιστα μπροστά! Έστηνε χορούς για να ενθαρρύνει και να εμψυχώνει κατοίκους και στρατιώτες. «Με κανάτα στο κεφάλι χόρευε, είχε μεγάλο κεφάλι» είπε σε μια εκδήλωση 28ης Οκτ. ο μπαρμπα-Κώστας Μπουτσιούλης, 11 χρονών τότε. Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, που έφτασε στην πλατεία Επταχωρίου το απόγευμα 28ης Οκτ. επιβεβαιώνει τα παραπάνω (για χορό) σε ηχητικό ντοκουμέντο .

«Είχε καραμέλες στις τσέπες και έδινε στα πιο μικρά παιδιά», μου είπε ο Χρήστος Ζούτσος, 8 χρονών το ΄40. «Το σπίτι μας ήταν δίπλα στο σπίτι που κοιμόταν… είχαμε ένα παραθυράκι προς το δρόμο κι από κει μάς έριχνε καραμέλες και καρύδια, νησκά ήμασταν όλα από φαϊ, πού να βρούμε καραμέλες τότε .

(Επιμέλεια: Ιωάννα Λουλάκη)