(Από τα βιβλία του Δημητρίου Τσίγκαλου και Κώστα Μάνου)

Γράφει μεταξύ άλλων ο Επταχωρίτης δάσκαλος Δημήτριος Τσίγκαλος στο βιβλίο του  «ΤΟ ΕΠΤΑΧΩΡΙ, χίλια χρόνια στις εθνικές επάλξεις»:

Η περιοχή του Επταχωρίου δοκιμάζει τα δεινά της κατοχής των Ιταλών. Οι κάτοικοι του χωριού υφίστανται διώξεις από τούς ηττημένους με κομπλεξικό πείσμα.

Μαρτύρησαν οι χωρικοί με ανείπωτα βασανιστήρια για να παρα­δώσουν τον οπλισμό, πού περισυνέλεξαν κατά την υποχώρηση του Στρατού μας. Πολλοί έμειναν ανάπηροι από τον ξυλοδαρμό. Τα απάν­θρωπα βασανιστήρια συνεχίζονταν μέχρις αιμοπτυσίας.

Ο πρόεδρος του χωριού και ο κοινοτικός γραμματέας, Κοσμάς Τσέτσος και Κων. Δήμου, παρέμειναν δυο μήνες φυλακισμένοι στα Γιάννενα με την κατηγορία, ότι απέκρυπταν στο κοινοτικό γρα­φείο ελληνικό ασύρματο σε καλή κατάσταση!

Η απειλή όμως του θανάτου από την έλλειψη τροφίμων ήταν κάτι το χειρότερο κι απ’ αυτήν την σκληρότητα του καταχτητή. Θα μείνει αξέχαστη η πορεία των κατοίκων της περιοχής προς Ηγουμενίτσα της Ηπείρου. Προίκες ολόκληρες (ραπτομηχανές, βελέντζες, πλε­κτές κουβέρτες, σεντόνια, φορέματα κ.λπ.) μεταφέρονταν με τα ζώα ή με τις πλάτες για την αγορά λίγου λαδιού, που η μαύρη αγορά είχε ανεβάσει υπέρμετρα την αξία του.

Και δεν ήταν μόνη η ακρίβεια. Ολόκληρη επιχείρηση χρειαζό­ταν για να μεταφερθεί το λάδι από τον τόπο της παραγωγής στο Επταχώρι. Συγκεντρωμένοι το βράδυ όλοι, γύρω από τα πολύτιμα φορτία τους, έπαιρναν κλέφτικα τον ύπνο τους, από το φόβο μήπως συμμορία Τουρκαλβανών εξουδετερώσει τον φύλακα και τους αρπάξει τις κόζες με το λάδι (κόζες: δερμάτινοι σάκοι).

Ταλαιπωρημένοι, ύστερα από πολυήμερη πορεία, έφθαναν στο χωριό. Κι εδώ όμως δεν τέλειωνε το μαρτύριό τους. Φορτωμένοι πάλι έπρεπε να προωθήσουν με χίλιους κινδύνους το λάδι στα χωριά της Καστοριάς και της Φλώρινας ή και πιο πέρα, ως τα χωριά της Σερβίας, για να το ανταλλάξουν με λίγο καλαμπόκι, που το διοχέτευε πάλι η μαύρη αγορά σε μεγάλες τιμές.

Ο δρόμος αυτός του Γολγοθά ήταν ασταμάτητος. Άνδρες, γυ­ναίκες, παλληκάρια, έτρωγαν το ψωμί τους πάντα στο δρόμο, για να μπορούν να παρατείνουν τη ζωή των παιδιών τους, των αδελφών και των γονιών που τους βάραιναν τα χρόνια της ζωής.

Η μάχη αυτή για την επιβίωση, μπορεί να μην είχε το φόντο της μάχης, που έδωσε το 1940 ο ηρωικός πληθυσμός της περιοχής μας στις βουνοπλαγιές της Πίνδου, ήταν όμως στην ουσία μια μεγά­λη και σκληρή μάχη πού έδιναν τα χωριά μας για να προστατεύσουν την εθνική αξιοπρέπεια. Ο θάνατος έπρεπε να νικηθεί με την εξαντλητική εργασία κι όχι με τ’ αργύρια του Ιούδα, πού βρήκαν καιρό να σκορπίσουν ξένες προπαγάνδες.

Και μέσα στην καθολική αντίσταση του λαού μας για το διώξιμο του καταχτητή δεν έμεινε αμέτοχο το Επταχώρι.

Από το βιβλίο Κώστα Μάνου «ΤΟ ΕΠΤΑΧΩΡΙ στις εθνικές επάλξεις»:

Το σπίτι μας είναι απέναντι από το σχολείο, όπου οι Ιταλοί βασάνιζαν τους χωριανούς μου. Τους έδεναν και τους κρεμούσαν από την οροφή και στη συνέχεια τους χτυπούσαν μέχρι θανάτου. Ανεξάλειπτη θα μεί­νει στη μνήμη μου η φράση που τους απηύθυναν: «έκει όπλο;», έχεις, δηλαδή, όπλο; Ακολουθούσαν τα βα­σανιστήρια κι ακούγονταν οι κραυγές των χωριανών μου. Ακόμα σφίγγεται η καρδιά μου. Το Επταχώρι που ήταν κέντρο των επιχειρήσεων με το απόσπασμα του Δαβάκη, μετατράπηκε τώρα σε κέντρο βασανιστηρίων…

Τα δύσκολα χρόνια ήταν το 1941 και το 1942. Από το 1943 η κατά­σταση άρχισε να βελτιώνεται. Τότε άρχισε και η αντίσταση στην πε­ριοχή μας κατά των Ιταλών και Γερμανών κατακτητών.

Ψυχή της αντί­στασης ο Επταχωρίτης Γιώργος Γιαννούλης. Ήταν δι­κηγόρος, ιδιαίτερος Γραμματέας του Φ. Δραγούμη για την εντιμότητα και την εξυπνάδα του, πρώτος στη σειρά του ως Έφεδρος Αξιωματικός στη Σχολή Σύρου, όπου ο αντιστράτηγος Π. Σπηλιωτόπουλος τον κράτη­σε ως εκπαιδευτή την περίοδο 1939 – 40, τραυματίας στο Αλβανικό Μέ­τωπο. Ιδεολόγος κομμουνιστής από τα φοιτητικά του χρόνια, δεν ήταν δυνατό να απουσιάσει από το σάλπισμα για αντίσταση κατά του κατα­κτητή.

Γράφει ο στρατηγός Ζαφειρόπουλος: «…την 4ην Μαρτίου, ημέραν Τετάρτην του 1943, εις Νεστόριον ανεπετάσσετο η σημαία της Επαναστάσεως… και εις μίαν ατμόσφαιραν άκρως ελληνικήν και εντός περιβάλλοντος πλαισιωμένου υπό ελληνικών σημαιών, αναπτύχθηκαν οι σκοποί της επαναστάσεως και ανετέθη η αρχηγία των ενόπλων δυνάμεων εις τον έφεδρον ανθυπολοχαγόν Γιαννούλην Γεώργιον».

Στις αρχές του 1943 τα βουνά γεμίζουν αντάρτες από πατριώτες όλων των παρατάξεων, αριστερούς και δεξιούς, που τους ένωνε ο Γιαννούλης. Ανάμεσά τους ήταν και Επταχωρίτες αγωνιστές, δίπλα στο συγχωριανό τους Γιαννούλη.

Το κάψιμο του χωριού μας, 4 Ιουλίου 1944, από τους Γερμανούς

(Από το βιβλίο του Κώστα Μάνου)

 Στις αρχές Ιουλίου 1944 οι Γερμανοί κατακτητές πραγματοποιούν τις τελευταίες εκκαθαριστικές επιχειρή­σεις τους και στην περιοχή μας. Μπροστά στον κίνδυνο παίρνουμε τα βουνά. Οι Γερμανοί περνούν το χω­ριό μας με κατεύθυνση προς τον Πεντάλοφο, όπου βρίσκονταν η IX Μεραρχία του ΕΛΑΣ. Οι Άγγλοι που κατείχαν την επίκαιρη κορυφογραμμή «Τάλιαρος», με την υποκίνηση του με το ψευδώνυμο «Υψηλάντης» φι­λόλογου καθηγητή απ’ τη Σιάτιστα, Καπετάνιου του ΕΛΑΣ με τους αντάρτες του, κτυπούν τους Γερμανούς με τους όλμους. Οι Γερμανοί, που σκοπός τους είναι να σπάσουν και διαλύσουν κάθε αντίσταση, ζώνουν το ορεινό συγκρότημα, που κρύβει κι εμάς, ενώ παράλληλα, στη νευρική τους έξαψη, παραδίνουν τη θλιβερή και πικρή εκείνη μέρα της 4η Ιουλίου 1944 στις φλόγες το Επταχώρι, το όμορφο και ιστορικό από τους αγώ­νες με τους Τούρκους και Τουρκαλβανούς και απ’ τον Δαβάκη του ‘40 χωριό μας. Μα στο ανέβασμα τους προς τον Τάλιαρο πέφτουν επάνω σε μας που τρομαγμένοι, σαν τα χαμένα πρόβατα, τρέχαμε να κρυφτούμε στις σπηλιές και στα φαράγγια του βουνού. Ευτυχώς όμως οι Γερμανοί δεν μας πυροβολούν. Ήταν πολύ εύκολο να μας σκοτώσουν. Το μόνο θύμα ήταν ο Τζούγκρας Χριστόφορος, κουφός, που του φώναξαν αλτ, δε στα­μάτησε και τον πυροβόλησαν. Τελικά οι Γερμανοί, έφυγαν για πάντα, ξαναχτίσαμε το χωριό πιο όμορφο από πρώτα, μα σε μένα που ήμουν μόλις 11 ετών η περιπέτεια αυτή άφησε ανεξάλειπτες παραστάσεις, τόσο ζω­ηρές, ώστε ένιωθα την ψυχολογική ανάγκη να εκφραστώ και να περιγράφω, όσο πιο γρήγορα μπορούσα, τα ιστορικά εκείνα γεγονότα. Αυτό έγινε το 1955 δέκα χρόνια μετά. Από την παραπάνω ολοκληρωτική καταστροφή σώθηκαν μόνο λίγα σπίτια, η εκκλησία της Αγίας Πα­ρασκευής και το σχολείο.

(Θεατρικό Κώστα Μάνου, «Οι Γερμανοί στο Επταχώρι», 1955)