ΙΤΑΛΟΙ ΣΤΟ ΕΠΤΑΧΩΡΙ, 1941.

Από το βιβλίο του Δημητρίου Τσίγκαλου  «Το Επταχώρι, χίλια χρόνια στις εθνικές επάλξεις»

«Η περιοχή του Επταχωρίου δοκιμάζει τα δεινά της κατοχής των Ιταλών. Οι κάτοικοι του χωριού υφίστανται διώξεις από τούς ηττημένους με κομπλεξικό πείσμα. Μαρτύρησαν οι χωρικοί με ανείπωτα βασανιστήρια για να παρα­δώσουν τον οπλισμό, πού περισυνέλεξαν κατά την υποχώρηση του Στρατού μας.»

Από το βιβλίο Κώστα Μάνου «Το Επταχώρι στις εθνικές επάλξεις»

«Το σπίτι μας είναι απέναντι από το σχολείο, όπου οι Ιταλοί βασάνιζαν τους χωριανούς μου. Τους έδεναν και τους κρεμούσαν από την οροφή και στη συνέχεια τους χτυπούσαν μέχρι θανάτου. Ανεξάλειπτη θα μεί­νει στη μνήμη μου η φράση που τους απηύθυναν: «έκει όπλο;», έχεις, δηλαδή, όπλο; Ακολουθούσαν τα βα­σανιστήρια κι ακούγονταν οι κραυγές των χωριανών μου. Ακόμα σφίγγεται η καρδιά μου.» 

 ΙΤΑΛΟΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΣΤΟ ΕΠΤΑΧΩΡΙ, 1943-1944

Από το ημερολόγιο-αυτοβιογραφία  τού Κωνσταντίνου Δήμου που έγραψε το 1982 στα 76 του (ήταν Γραμματέας Επταχωρίου απ΄το 1933 ως το 1969).

«Μάρτιος 1943. Αντάρτες τού ΕΛΑΣ συγκρούστηκαν στο Φαρδύκαμπο, έξω από τη Σιάτιστα, με ένα ιταλικό τάγμα και το εξουδετέρωσαν. Συνέλαβαν 603 αιχμαλώτους. Τους 603 Ιταλούς αιχμαλώτους τούς έφεραν στον Πεντάλοφο και το Επταχώρι, αλλά τους άφηναν τελείως νηστικούς και το 70% πέθαναν από την πείνα. Οι υπόλοιποι προωθήθηκαν προς Σαμαρίνα.”

Από Κώστα Μάνο: 

Οι Ιταλοί για να μετριάσουν την πείνα τους έτρωγαν χόρτα, φίδια και βατράχια των ποταμών της πε­ριοχής. Σε λίγο καιρό τα βατράχια εξαφανίστηκαν. Εμείς ασυνήθιστοι αηδιάζαμε, αλλά γ’ αυτούς τα βατρά­χια ήταν ο καλύτερος μεζές! Χαρακτηριστικό ήταν το τραγούδι:

“Και εξακόσιοι τρεις  πιαστήκαν περευθύς

και τράβα στο Επταχώρι να τους δεις”

ΟΧΤΑΧΩΡΙ

Από Κωνσταντίνο Δήμου

«Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας (Σεπτέμβριος 1943), ένα τάγμα ιταλικού στρατού στη Θεσσαλία, παρεδόθη στα τμήματα του ΕΛΑΣ και τους έφεραν σαν αιχμαλώτους εδώ στο χωριό μας και εγκαταστάθηκαν στη θέση «Λάζαρη», όπου κατασκεύασαν αμπριά μέσα στο χώμα. Ήτο όμως τάγμα συγκροτημένο με τους αξιωματικούς του, τον ιατρόν του κλπ. Όπως μας διηγούνταν οι Ιταλοί, αυτοί ενόμιζαν ότι παρεδίδοντο σε αγγλικά τμήματα. Την συντήρησιν του ιταλικού αυτού τάγματος  ανέλαβεν η αγγλική αποστολή που είχε έδρα της στην μεραρχία τού ΕΛΑΣ στον Πεντάλοφο, πλην όμως τις λίρες τις παρέδιδε στην επιμελητεία τού ΕΛΑΣ. Η βοήθεια που δόθηκε στους Ιταλούς ήταν ελάχιστη. Έτσι οι Ιταλοί ηναγκάζοντο να πωλούν τα ρολόγια τους, τα ρούχα τους, τα δαχτυλίδια τους και ό,τι άλλο είχαν για ένα κομμάτι ψωμί. Ήσαν όμως άνθρωποι εργατικοί και πήγαιναν και δούλευαν στα χωράφια των κατοίκων μόνο για λίγο ψωμί. Κάθε σπίτι είχαν έναν-δυο Ιταλούς για την καλλιέργεια των χωραφιών τους.»

Από Κώστα Μάνο

Εβδομήντα περίπου από αυτούς εγκαταστάθηκαν κοντά στο Επταχώρι, στην περιοχή Λάζαρη, έκτισαν ωραι­ότατα σπιτάκια (αμπριά) μέσα στη γη (το έδαφος ήταν επικλινές) και ονόμασαν το χωριό τους Οχταχώρι. Μικρά παιδιά εμείς παρακολουθούσαμε με χαρά τις παρέες των Ιταλών αιχμαλώτων που τραγουδούσαν νοσταλγικά ιταλικά τραγούδια στα σκαλιά της εκκλησίας, όπως:

«Μάνα, η καρδιά μου χτυπάει σήμερα πιο δυνατά κ.τ.λ. κ.τ.λ.»

Προφορική αφήγηση του Αργυρίου Λουλάκη (17 χρονών το ’43)

«Πήγαινα στο Οχταχώρι πολύ συχνά. Τους πήγαινα ψωμί και οι Ιταλοί μού έδιναν παλάσκες, γυλιό και άλλα δέρματα τα οποία χρησιμοποιούσα στην κατασκευή παπουτσιών (ήμουν τσαγκάρης). Επίσης μου έδιναν καπνό που πουλούσα στους παππούδες στα καφενεία. Ως και «νοσοκομείο» είχαν, ένα μεγάλο και ψηλό κτίριο που είχαν φτιάξει απέναντι απ΄το Οχταχώρι, όπου όποιοι Επταχωρίτες είχαν πρόβλημα υγείας πήγαιναν και οι Ιταλοί  πρόθυμα τους περιέθαλπαν. Όταν καήκαμε απ΄τους Γερμανούς, τον Ιούλιο του ’44, και παρακολουθούσαμε το κάψιμο ψηλά απ΄τον Τάλιαρο, είχαμε μαζί μας και τον Ιταλό Ευγένιο που μας βοηθούσε στο σπίτι και στα χωράφια. Και ενώ βλέπαμε τις φλόγες να τυλίγουν τα σπίτια, λέει ο Ευγένιο: «Αργύρη πάμε να κόψουμε ξύλα για να ξαναφτιάξουμε το σπίτι» … σαν να ήταν της οικογένειας