ag-georgios-2010

Σε πλαγιά του Τάλιαρου, αγναντεύοντας το Σμόλικα της Πίνδου και τις Αρένες του Γράμμου, βρίσκεται το μοναστήρι Αγίου Γεωργίου Επταχωρίου, με αξιόλογες τοιχογραφίες  βυζαντινής τεχνοτροπίας. Σύμφωνα με την επιγραφή, σε βυζαντινή γραφή, που υπάρχει στον πρόναο χρονολογείται στο 1625:

“...ΚΑΙ ΕΤΕΛΕΙΩΘΗ ΕΝ ΜΗΝΙ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΩ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ ΖΡΛΓ»
Περισσότερα στο ντοκιμαντέρ  του δημοσιογράφου-περιηγητή-καλλιτέχνη Αργύρη Παφίλη, από το οδοιπορικό του στο Επταχώρι το 2007

Παλιές φωτογραφίες με το μοναστήρι ΕΔΩ

Ο Στρατής Δούκας(1895-1983), πεζογράφος-ζωγράφος-τεχνοκρίτης, επισκέφθηκε το μοναστήρι του αγίου Γεωργίου (πρέπει κάπου μετά το 1924) είδε και έγραψε στο βιβλίο του “Οι δώδεκα μήνες” : “Το μοναστήρι είχε πολλά παλιά πράγματα.Το πιο πολύτιμο για μένα ήταν το βημόθυρο από το παλιό τέμπλο της εκκλησιάς. Απάνω στα δυο βαριά βουνίσια ξύλα του, ήταν ζωγραφισμένος ο “Ευαγγελισμός”,  και σειρά, από πάνω προς τα κάτω, στη μεριά που θηλύκωναν, οι “δώδεκα μήνες”…”  Έτσι έγραψε και ζωγράφισε-αντέγραψε (“καθώς τους ξεσήκωνα”, γράφει)

 

Γράφει το 1962 για το μοναστήρι μας ο 29χρονος τότε δάσκαλος Κωνσταντίνος Μάνος  στο βιβλίο του ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΕΠΤΑΧΩΡΙΟΥ – ΒΟΪΟΥ   ” Ξεχωριστή θέση στην ευχάριστη πλευρά της ζωής του χωριού παίρνουν ορισμένες γιορτινές ημέρες μια απ’ τις όποιες είναι και η ημέρα του Αγίου Γεωργίου.
Το μοναστήρι τού Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στη νοτιοανατολική κατεύθυνση του χωριού και σε φέρνει εκεί ένας ανηφορικός δρόμος μισής ώρας. Παλιό το μοναστήρι (1625 μ.Χ.) κειμήλιο βυζαντινής νοοτροπίας και τέχνης, επιτυχημένος ο τόπος που το στέριωσαν, υποβλητικός, κλεισμένος αμφιθεατρικά απ’ τούς βράχους, που αντιλαλούν τη φωνή και σε πιάνει «δέος» σαν βρίσκεσαι μόνος.
Εκεί κάθε χρόνο στις 23 Απριλίου τότε που η φύση βρίσκεται «σ’ ώρα καλή» και χορταίνει το μάτι σου απ’ τις ομορφιές που σκορπά το πράσινο και τα λουλούδια, εκεί μαζεύονται όλοι οι χωριανοί και περνούν μια ευχάριστη μέρα στον τόπο που σμίγει η θρησκεία με τη φύση, όπου λατρεύεις το Θεό ανάμεσα σ’ ό,τι ωραίο δημιούργησε. Και καθώς τα πουλιά κελαηδούν πάνω στα κλαριά, τα νερά κελαρύζουν πέφτοντας απ’ τούς βράχους, η ψαλμωδία ανεβαίνει χαρμόσυνα προς τα ουράνια κι η μυρωδιά απ’ τα ψητά απλώνεται παντού, νομίζεις πως δεν υπάρχουν στιγμές καλύτερες για να ζήσεις και γι’ αυτό ποθείς πάντα αυτή τη μέρα να βρίσκεσαι στο χωριό, στο μοναστήρι, για να πανηγυρίσεις.
Τα μικρά παιδιά πλέκουν στεφάνια με λυγαριές και οι μεγάλοι μετά τη λειτουργία αρχίζουν το χορό γύρω από την εκκλησία, αφού πλειοδοτήσουν για ν’ αγοράσουν τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο χορό ενισχύοντας έτσι το ταμείο της εκκλησίας.
Θα πουν κι’ οι γυναίκες τα τραγούδια τους και θα χορέψουν αργά αργά με τον αργό κι ευχάριστο τόνο του τραγουδιού όπως :

«Τώρα Μαϊά (Μάιος), τώρα δροσιά τ’ άι πουλάκι μου
τώρα το καλοκαίρι, καλοκαιρνέ μ’ αέρα,
τώρα φουντώνουν τα κλαριά, τώρα ομορφαίν’ ο τόπος»

Έπειτα σιγά – σιγά θα ετοιμαστούν και θα ξεκινήσουν όλοι μαζί για το χωριό. Στον ενδιάμεσο σταθμό, στο εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου, απ’ όπου αγναντεύεις πανοραματικά το χωριό, οι γυναίκες θα πουν πάλι τραγούδια όπως :

«Θέλουν ν’ ανθίσουν τα κλαριά
κι ο πάγος δεν τ’ αφήνει, μωρ’ περδικούλα μου.
Θέλω κι’ εγώ να σ’ αρνηθώ κι’ ο πόνος δεν μ’ αφήνει.
Σύρε να πεις της μάνας σου να κάνει κι’ άλλη τέτοια
να κάψει κι’ αλλουνού καρδιά πως έκαψε κι’ εμένα.
Θε να την κάνω πεθερά θε να την κάνω μάνα.»

Και φθάνοντας στο χωριό θα κλείσουν τη μέρα με τις επισκέψεις στους Γιωργάδες που γιορτάζουν.
Ευχής έργο θα ήταν αν βρίσκονταν τρόπος να περνούν όλη τη μέρα οι χωριανοί στο γραφικό κι’ επιβλητικό μέρος τού μοναστηριού, με πιο συστηματικό και πλούσιο πρόγραμμα πανηγυρισμού.»

Όλα τα παραπάνω γίνονται και σήμερα, μόνο ψητά δεν έχουμε, κάτι που έσβησε κάπου στη δεκαετία ’60… Όμως έχουμε πίτες-γλυκά-καφέ.

Για το έθιμο των τριών χορών στο μοναστήρι μας  ΕΔΩ 

Ο Δημήτριος Τσίγκαλος γράφει μεταξύ άλλων στο βιβλίο του «Ένα πρωτοποριακό χωριό»:

“Σ’ όλες τις εποχές οι κάτοικοι του χωριού αγαπούσαν το μοναστήρι. Διαφωνίες των συγχωριανών μπορεί να υπήρχαν σε πολλά ζητήματα. Όμως καμιά φορά σε ό,τι είχε σχέση με την ανακαίνιση του μοναστηριού και με την προστασία της περιουσίας του.
Ζητούσε πάντα προστασία ο κόσμος από τον Αϊγιώργη, για να περάσουν τις δύσκολες μέρες τής σκλαβιάς, των επιδρομών και των κατατρεγμών. Να πάρουν δύναμη για να ξαναχτίσουν το χωριό τους, που το έβλεπαν τυλιγμένο στις φλόγες τών βαρβάρων, αλλά και να πάρουν αποφάσεις θυσίας για το καλό του τόπου μας. Ο Γκολέτσης, ο Ντόσας, ο Μανέλας, ο Μανθόπουλος, ήταν απ΄τους σπουδαίους Μπουρμπουτσιώτες αγωνιστές που περνούσαν από το μοναστήρι, πριν ξεκινήσουν για τον όποιο αγώνα ή μετά τον αγώνα για να ευχαριστήσουν τον Μεγαλομάρτυρα Καβαλάρη.

Στις 3 του Σεπτέμβρη του 1904 πέρασε από το μοναστήρι ο Παύλος Μελάς με οδηγό τον Βουρβουτσιώτη γέρο Λωλονάσιο, άναψε λαμπάδα στην εικόνα του Αϊγιώργη και προσευχήθηκε να πάρει καλό δρόμο ο Μακεδονικός Αγώνας, που είχε αναλάβει με τη δικιά του θέληση την αρχηγία. Από κει οι Μπουρμπουτσιώτισσες Τσιαπράζω και Μήνινα τον οδήγησαν από μονοπάτι προς το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, γιατί του είχε στήσει καρτέρι τουρκικό απόσπασμα.

Μια εβδομάδα νωρίτερα από τις 18 του Οκτώβρη του 1912, μέρα που στήθηκε στο ύψωμα του Αγίου Δημητρίου η ελληνική σημαία για την απελευθέρωση του Επταχωρίου από τον Τουρκικό ζυγό, τα γυναικόπαιδα του χωριού ανέβαιναν στο μοναστήρι για να γλυτώσουν από τη μανία του Κιανήμπεη. Μεγάλη τρομάρα έπρεπε να είχε ο κόσμος τη μέρα εκείνη, γιατί, όπως θυμάμαι, έκλαιγα συνέχεια όταν μ’ ανέβαζε η αδερφή μου μέσα από μια βαθιά χαράδρα για το μοναστήρι.

Αλλά και όταν κάποιοι ξενιτεύονταν γινόταν λειτουργία στο μοναστήρι πριν ξεκινήσουν. (Τέτοια λειτουργία αναφέρει ένας απ΄τους πρωτοπόρους που πήγαν στην Αμερική ο Ιωάννης Γαλανός: «Ήταν 13 Σεπτεμβρίου 1900, ημέρα Τετάρτη. Ευρίσκετο εις το χωριό και ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Σεραφείμ. Το απόγευμα εις την Ιεράν Μονήν τού Αγίου Γεωργίου εγένετο δοξολογία χάριν ημών. Εις αυτήν παρευρέθησαν πάρα πολλοί πατριώται.»)
Τίποτε άλλο δεν έκανε τόσο νοσταλγούς τούς ξενιτεμένους, όσο η θύμηση του μοναστηριού.

Όλες τις εποχές εμόναζαν στην ιερά μονή του Αγίου Γεωργίου αρκετοί μοναχοί. Κατά τούς πρώτους χρόνους τής απελευθέρωσης του Βουρβουτσικού, ηγούμενος της Μονής ήταν ό Σαμαρόπουλος Χρυσόστομος (ήταν ο τελευταίος μοναχός, τον θυμούνται όσοι γεννήθηκαν πριν το 1930)
Το μοναστήρι είχε πάντοτε σαν βοηθητικό προσωπικό έναν ζευγίτη, έναν ξυλοφόρο, έναν ποιμένα, ένα μυλωνά κι ένα μάγειρα.
Πέρα από τις συνδρομές των ευλαβών χριστιανών, τα έσοδα του μοναστηριού ενισχύονταν σημαντικά από τη μοναστηριακή περιουσία: Χωράφια, λιβάδια, αμπέλια, υδρόμυλοι και πολλά ζώα, μικρά και μεγάλα.”

Και στο facebook για τη μέρα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου 

https://www.facebook.com/iloulaki/media_set?set=a.844405482263337.1073741883.100000816783799&type=3

και εδώ https://www.facebook.com/iloulaki/media_set?set=a.525979904105898.1073741838.100000816783799&type=3&hc_location=ufi

Επιμέλεια σελίδας: Ιωάννα Λουλάκη

<