eptahori1953

«Αυτός ο όμορφος τόπος στην περιοχή τής Πίνδου τράβηξε τους ανθρώπους ή σταμάτησε τους κυνηγημένους φυγάδες στα παλιοχώρια μας. Πότε ακριβώς έγινε αυτό, είναι αδύνατο να καθοριστεί. Δεν έφθασε ακόμα εδώ πάνω ή σκαπάνη τού αρχαιολόγου για να ανασκάψει «παλιοχώρια» και «παλιομονάστηρα» και να περιεργαστεί και ερευνήσει τοποθεσίες, στις οποίες ή φαντασία των περασμένων γενεών τοποθέτησε Βασιλιάδες, κάστρα, δράκους και ζωτικά.

Μόνο το αλέτρι τού γεωργού, πού δούλευε προπολεμικά, ξέθαβε εδώ κι εκεί στα παλιοχώρια, τάφους, ογκώδεις λίθους και πιθάρια, πηλοσωλήνες από υδραγωγεία, κεραμίδια βυζαντινού τύπου, αντικείμενα οικιακής χρήσεως, γεωργικά εργαλεία, αρχαία νομίσματα κι άλλα πολλά. «Όλα, όμως, τα ευρήματα αυτά πετάχθηκαν από άγνοια ή αδιαφορία, σαν άχρηστα πράγματα ή παραδόθηκαν, χωρίς κανένα αίσθημα ευθύνης, σε αρχαιοκάπηλους.

Καί ή γλώσσα των προπατόρων μας, πού διαφύλαξε πολλές λέξεις από τον κόσμο τής ’Αρχαίας Ελλάδας και τού Βυζαντίου, μιλάει μαι τον δικό της τρόπο, για ένα μακρινό παρελθόν.

Ή παράδοση και περισσότερο ορισμένες επιγραφές, πού διασώθηκαν σε παλιομονάστηρα, φέρουν σαν πρώτα παλιοχώρια της περιοχής, την Τσιούκα, τη Ζάμπιανη, τό Δρυάνοβο, τό Παλιοκρυμμίνι και το Πετρίτσι.
Κοντά στο Παλιοκρυμμίνι βρίσκονται τα ερείπια του Παλαιομανάστηρου. Φαίνεται πως ήταν πολύ πλούσιο μοναστήρι. Είχε μετόχια, όχι μονάχα στη δική του περιοχή — Παλιοκρυμμίνι — Δρυάνοβο — Σλάτινα αλλά και πίσω από τα Όντρια, στην περιοχή τού Ζάντσικου. Το ναίδριο τού μετοχιού Ζάντσικου (Μελέτη Γεωργ. Παναγιωτίδη τα Καστανοχώρια, Μακεδονικό ημερολόγιο 1912), αφιερωμένο στην μνήμη των εισοδίων τής Θεοτόκου, κτίστηκε το 1360 μ.Χ. σύμφωνα με επιγραφή πού υπάρχει σ’ αυτό.

Το Παλιομανάστηρο, στο οποίο υπαγόταν το μετόχι αυτό, όπως φαίνεται από άλλη εγχάραχτη σε λίθινη πλάκα επιγραφή, κτίστηκε το 6480 από κτίσεως κόσμου (6480 – 5508 = 972 μ. X.), δηλ. το 972 μ. X.

Από τις χρονολογίες αυτές συμπεραίνεται, πώς τα πρώτα παλιοχώρια πρέπει να έδειξαν σημεία ζωής πολύ νωρίτερα από τον 8ο μ. X. αιώνα.

Στα πρώτα αυτά παλιοχώρια, πρέπει να είχε ακμάσει κάποιος πολιτισμός. Τεκμήριο τού ισχυρισμού μας αυτού αποτελεί το γεγονός, ότι στα παλιοχώρια Τσιούκα και Δρυάνοβο, σώζονται ακόμα λείψανα από παλιό υδραγωγείο, πού είχαν κατασκευάσει οι κάτοικοι τής μακρινής εκείνης εποχής, για την ύδρευσή τους και την άρδευση των κτημάτων.

Για το υδραγωγείο αυτό, πού ξεκινούσε από το ποτάμι Βαληχέρη, διασώζει η παράδοση την πληροφορία, πού μοιάζει περισσότερο μέ παραμύθι, ότι τα παλιά χρόνια ό Κράλς, (υπάρχει και ομώνυμη τοποθεσία), για να υποτάξει τον Τσιούκα, έκοψε με τη συμβολή μιας γερόντισσας το νερό τής Βαληχέρης, από την όποια υδρευόταν το φρούριο του.

Τα ονόματα Κράλς και Τσιούκα, σλαυϊκής προελεύσεως αμφότερα, αναφέρονται σε μεταγενέστερη εποχή, το πιθανότερο σ’ εποχή, πού τοπάρχες τού Σέρβου Μάρκου Κράλεβιτς, έκαναν κατά τά έτη 1371 —1386 μ.Χ. επιδρομή στην περιοχή τής Καστοριάς, για την επικράτησή τους.

Στις τοποθεσίες αυτές, πού ήσαν τα αρχικά παλιοχώρια, βρίσκονται ακόμα τα ερείπια τού μόχθου των προγόνων μας, θεμέλια εδώ κι εκεί και τάφοι σκεπασμένοι όλοι μέ αγριόχορτα και τσουκνίδες, σαν σιωπηλοί μάρτυρες μιας μακρινής ιστορίας.

Από πού, τώρα, ήρθαν στην περιοχή αυτή τής Πίνδου, οι πρώτοι κάτοικοι δεν μπορούμε να ξέρουμε μέ βεβαιότητα. Το πιθανότερο είναι πώς ξεκίνησαν από την Ήπειρο. Την υπόθεση αυτή στηρίζουμε στο γεγονός, ότι ή περιοχή μας πέρα από την εδαφολογική και συγκοινωνιακή εξάρτηση με την Ήπειρο, έχει και μεγάλη ομοιότητα – ταυτότητα θάλεγε κανένας — στά πολιτιστικά στοιχεία ήθη καί έθιμα, τραγούδια, παραμύθια κ.λ.π.
Ποια είναι τα αίτια τής μετοικεσίας δεν είναι επίσης εύκολο να καθοριστούν. Στη φυλή μας υπάρχει ή τάση να μη ησυχάζει ποτέ σ’ έναν τόπο. Κινούνται πάντα οι Έλληνες για να βελτιώσουν την τύχη τους, τόσο στο εσωτερικό τής χώρας, όσο και στο εξωτερικό Κινούνται… όλο κινούνται… και γίνονται πάντα νοσταλγοί.

Το γεγονός όμως, ότι ή μετακίνηση έγινε σε μέρη πού δε βοηθούν τη βελτίωση των όρων τής ζωής, μας κάνει να υποθέσουμε πώς επιδρομές βαρβαρικών λαών έφεραν τούς πρώτους φυγάδες στα βουνά τής περιοχής μας. Μπορεί νά μετακινήθηκαν, όταν οι Ρωμαίοι, μέ πρωτοφανή αγριότητα ερήμωσαν την Ήπειρο ή αργότερα, κατά τούς μεσαιωνικούς χρόνους, όταν με το πέρασμα των Σκλαβίνων, των Γότθων, των Σλάβων, των Βουλγάρων, των Νορμανδών, ή ζωή χειροτέρευε από την αρπαγή και την καταπίεση. (Γιάννη Σαραλή. Ή ’Ήπειρος, σελ. 2).

’Ίσως οί πρώτοι κάτοικοι ν’ ανέβηκαν στα βουνά τής περιοχής μας, γιατί ήθελαν να ζουν ανενόχλητοι, σαν μια συμπαγής μάζα, με τις δοξασίες τους, τα ήθη και τα έθιμά τους. ‘Εκεί πάνω δεν βρέθηκαν ποτέ στην ανάγκη να χρησιμοποιήσουν ξενόγλωσσα ιδιώματα, για να εκφράσουν τις σκέψεις των, τούς πόθους και τούς οραματισμούς των. Το τονίζουμε αυτό, όχι γιατί θέλομε να τούς ξεχωρίσουμε από τούς κατοίκους των γειτονικών χωριών, αλλά γιατί είναι μια πραγματικότητα, πού αξίζει να ερευνηθεί καλύτερα.»

(Απόσπασμα από το βιβλίο του αείμνηστου Επταχωρίτη Δημητρίου Τσίγκαλου «το Επταχώρι, χίλια χρόνια στις εθνικές επάλξεις»)