ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΔΑΒΑΚΗΣ

«Όταν λέμε εποποιία της Πίνδου, αυτόν εννοούμε. Τ΄όνομά του, η μορφή του, τα έξαλλα μάτια του, η θεία του τρέλα, έρχονται αμέσως στο νου μας. Η έδρα του ξακουστού Αποσπάσματος του, το Επταχώρι, θα μείνει αθάνατο στην Ελληνική, αλλά και στην Παγκόσμια Ιστορία «. Σπύρος Μελάς

Δύο μήνες έμεινε ο Δαβάκης στο Επταχώρι, από τέλος Αυγούστου 1940 έως 2 Νοεμβρίου που τραυματίστηκε. Στο χωριό που το αγάπησε και τον αγάπησαν!

Ο Λάκωνας Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης ήταν ο διοικητής του 51ου Συντάγματος Πεζικού και στη συνέχεια του Αποσπάσματος Πίνδου, το οποίο είχε ως έδρα το Επταχώρι.

Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, οπότε εκδηλώθηκε η ιταλική εισβολή, ο Δαβάκης αντιμετώπισε την 3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών ΤΖΟΥΛΙΑ με ένα απόσπασμα 2.000 ανδρών, υπό τις εντολές και τις οδηγίες του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. Η τακτική του σε ολόκληρη την έκταση της ζώνης ευθύνης του (35 χιλιόμετρα) ήταν αμυντική, και μάλιστα έκανε υποχρεωτικό ελιγμό, αναμένοντας ενισχύσεις. Την 1η Νοεμβρίου 1940, οπότε έφτασαν οι ενισχύσεις που περίμενε ο Δαβάκης, οι ελληνικές δυνάμεις έκαναν αντεπίθεση και κύκλωσαν τις ιταλικές, που αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Κατά την αντεπίθεση αυτή, και συγκεκριμένα την 6η ημέρα από την έναρξη των επιχειρήσεων, στον Προφήτη Ηλία  Δροσοπηγής, ο Δαβάκης τραυματίστηκε στο στήθος. Στον αξιωματικό που τον πλησίασε για να τον περιποιηθεί πρόσταξε, μαζεύοντας όσες δυνάμεις τού ‘μεναν ακόμα: «Άσε με εμένα, πες με πεθαμένο! Και κοίτα να μη σου πάρουν τις θέσεις! Τράβα!» Στη συνέχεια τον μετέφεραν αναίσθητο με το φορείο στο Επταχώρι. Ο τραυματισμός του τού προκάλεσε προβλήματα σε συσχετισμό με την παλαιά στηθική του νόσο. Έτσι χρειάστηκε να αποχωρήσει από το μέτωπο, όπου τον αντικατέστησε ο ταγματάρχης Ιωάννης Καραβίας.

Η νίκη του αποσπάσματος του Δαβάκη είχε αποφασιστική σημασία στην έκβαση του πολέμου. Μάλιστα θεωρήθηκε η πρώτη ήττα του άξονα. Η επιτυχία του Δαβάκη συνίσταται «στην άμεση διάγνωση ενός τακτικού λάθους που έκανε ο Ιταλός μέραρχος να προχωρήσει γοργά προς τη Σαμαρίνα χωρίς να καλύψει το πλευρό της φάλαγγάς του». Ο Δαβάκης το είδε αμέσως και από τη δεύτερη μέρα του σκληρού αγώνα ήταν σίγουρος ότι χάρη σ’ αυτό το λάθος «θα μάντρωνε τους Ιταλούς».

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης νοσηλείας του Δαβάκη, οι πολεμικές επιχειρήσεις έληξαν και η χώρα βρέθηκε υπό κατοχή. Τον Δεκέμβριο του 1942, και ενώ ακόμα νοσηλευόταν στην Αθήνα, ο Δαβάκης συνελήφθη ως όμηρος από τις ιταλικές αρχές κατοχής, μαζί με πολλούς διακεκριμένους αξιωματικούς, γιατί θεωρήθηκαν ύποπτοι αντιστασιακής δράσης. Οι συλληφθέντες επιβιβάστηκαν στην Πάτρα στο ατμόπλοιο Τσιτά ντι Τζένοβα (Πόλη της Γένοβα) για να μεταφερθούν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Το πλοίο αυτό τορπιλίστηκε από συμμαχικό υποβρύχιο και βυθίστηκε στα ανοιχτά των νότιων αλβανικών ακτών, με αποτέλεσμα να πνιγούν οι επιβαίνοντες στα νερά της Αδριατικής. (Ιανουάριος 1943). Το πτώμα του Δαβάκη περισυνελέγη, αναγνωρίστηκε και ετάφη στον Αυλώνα. Μεταπολεμικά τα οστά του διακομίστηκαν και ενταφιάστηκαν στην Αθήνα.                      

Ο πόλεμος ήρθε

Φαντάροι αξημέρωτοι τραβούν στο Επταχώρι,
με τα μουλάρια στα στενά, το φόρτωμα βαρύ.
Μικροί, μεγάλοι, δίπλα τους, ένα χωριό στο πόδι,
για της πατρίδας την τιμή όλοι ζητούν σπαθί.

Μες στην πλατεία τού χωριού μιλάει ο Δαβάκης
και του στρατού μας εξηγεί τη δύσκολη στιγμή,
γι αυτό ζητά τη συνδρομή
«παντός δυναμένου να μεταφέρει πολεμοφόδια
εις τα υψώματα», προς την πρώτη γραμμή.
Δεν προλαβαίνει να το πει και η βουή τον κόβει.
Από καιρό είν’ έτοιμοι, και θέλουν και μπορούν
να δώσει ο καθένας τους τη δύναμή του όλη.
Για την αξιοπρέπεια, και ανυπομονούν.

Και οι γυναίκες στη φωτιά.
Γυναίκες ακατάβλητες, ψημένες μες στη ζήση,
γνωρίσανε τον πόλεμο από μικρά παιδιά,
μπρος στα δεινά που έρχονται καμιά δε θα λυγίσει,
δίνουν παρόν στο κάλεσμα
και κουβαλούν αγόγγυστα τα πυρομαχικά.
Υψώματα της Ζούζουλης, Πριάσωπο, Αϊλια.
Αγκάθια, λάσπη, ατραποί, κατσάβραχα κι αντάρα,
για το αρχαίο σθένος τους ασήμαντα μικρά.

Στο δρόμο τής επιστροφής και πάλι φορτωμένες,
μ’ αυτούς που τους ορίσανε στην πρώτη τη γραμμή,
στης τύχης τους το διάσελο τους βρήκανε οι σφαίρες,
την ώρα που σηκώνανε του έθνους την τιμή.

Φέρνουν μαζί και Ιταλούς φαντάρους πληγωμένους,
πριν λίγο μισητοί εχθροί, θρασείς επιδρομείς.
Κι αυτών το αίμα κόκκινο, των είκοσί τους χρόνων,
στα μέρη μας τους έφερε πολιτισμός ντροπής.

Γρήγορα δένουνε κλαδιά για πρόχειρα φορεία,
με τα τσαρούχια ακροπατούν στις γκρίζες ρεματιές,
αυτές οι σκληροτράχηλες με τα σκασμένα χέρια,
ξέχειλες είναι από στοργή σα μάνες κι αδερφές.

Όλοι σε όλα δίνονται αυτές τις άγριες μέρες,
μες στου πολέμου τη φωτιά ανθεί η ανθρωπιά.
Κι αν οι αιώνες προχωρούν και οι γενιές καινούριες,
η Ιλιάδα γράφεται για πολλοστή φορά…

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΕΡΑΜΑΡΗΣ
(συνταξιούχος εκπαιδευτικός – Επταχώρι)

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ  ΜΙΣΥΡΗΣ

Ο Αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Γ. Μισύρης, υποδιοικητής του Δαβάκη, πέτυχε μια σημαντικότατη νίκη κατά των Ιταλών, χαράματα της 1ης Νοεμβρίου 1940, στη Λυκόρραχη Γράμμου, δεκαπέντε χλμ. απ΄το Επταχώρι, στην οποία τραυματίστηκε. Ήταν η πρώτη επιτυχία του Ελληνικού στρατού. Παράλληλα αγωνίζονταν επιτυχώς ο Δαβάκης και ο Αλέξανδρος Διάκος στην περιοχή Επταχωρίου, Ζούζουλης και Δροσοπηγής. Το μεσημέρι της 1ης Νοεμβρίου σκοτώθηκε ο Αλ. Διάκος και 2 Νοεμβρίου τραυματίστηκε ο Δαβάκης.
Ο Αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Μισύρης γεννήθηκε το 1893 στην Ενορία Κύμης Ευβοίας. Κατατάχθηκε στον στρατό το 1913. Υπηρέτησε πάντα σε μάχιμες μονάδες. Υπηρέτησε στο Μακεδονικό μέτωπο, στη Ρωσία και στη Μικρά Ασία, όπου τραυματίστηκε στη μάχη του Σαγγάριου.
Τον Απρίλιο του 1940 τοποθετείται διοικητής του 51ου Συντάγματος Πεζικού.
Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο υπηρέτησε στο μέτωπο της Ηπείρου αναλαμβάνοντας ως Υποδιοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου του Κων/νου Δαβάκη.
Την 1η Νοεμβρίου 1940 πετυχαίνει την ΠΡΩΤΗ νίκη κατά των Ιταλών εισβολέων στη Λυκόρραχη του Γράμμου, όπου και τραυματίζεται.
Αποστρατεύεται το 1948 και το 1963 πεθαίνει στην Αθήνα.
Προς τιμήν του έχει στηθεί η προτομή του στο Επταχώρι της Καστοριάς και στην Χαλκίδα και έχει κατασκευασθεί μαυσωλείο στο νεκροταφείο Χαλκίδος, όπου μεταφέρθηκαν τα οστά του. Στην σχολή Πεζικού της Χαλκίδας υπάρχει ειδική προθήκη με την στολή του και τα μετάλλια του.
Η συμβολή του στη μάχη κατά των επίλεκτων μεραρχιών των Ιταλών ήταν τεράστιας σημασίας, αφ’ενός μεν γιατί ήταν η πρώτη νίκη των Ελλήνων, αναπτερώνοντας έτσι το ηθικό του στρατεύματος, αφ’ετέρου δε γιατί έδωσε πολύτιμο χρόνο στο υπόλοιπο στράτευμα να οργανωθεί και να καταφθάσουν ενισχύσεις με αποτέλεσμα τις συνεχείς νίκες των Ελλήνων μέχρι τον Απρίλιο του ’41 όπου εισέβαλαν οι Γερμανοί.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ  ΔΙΑΚΟΣ

diakos-40Ο Αλέξανδρος Διάκος, από την ιταλοκρατούμενη Χάλκη της Δωδεκανήσου, ήταν ο πρώτος νεκρός αξιωματικός κατά την αντεπίθεση της 1ης Νοεμβρίου 1940. Έπεσε κοντά στο Επταχώρι, στην περιοχή Τσούκα Ζούζουλης.
Η αναφορά που έφθασε στα χέρια τού Συνταγματάρχη Δαβάκη αναφέρει:
«Πολλαπλάσιαι ιταλικαί δυνάμεις αντεπετέθησαν κατά των οπλιτών του λόχου… Με αδάμαστον αποφασιστικότητα και ακλόνητον θάρρος ο υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος κατόρθωσε ν’ ανασυντάξη εκ τρίτου τον λόχον, να τον εμψυχώση και να τον ρίψη μετά νέας ορμής εναντίον των λυσσωδώς αμυνομένων Ιταλών. Καθ’ ον δε χρόνον διά τετάρτην φοράν ο δοκιμασθείς λόχος εκαλείτο με την λόγχην εφ’ όπλου ν’ αντιμετωπίση νέαν, θραυσθείσαν και αυτήν, αντεπίθεσιν του εχθρού διά της τελικής εφόδου του, ο δε ηρωικός διοικητής του λόχου αυτού, τεθείς επί κεφαλής, εκραύγαζε με φωνήν Άρεως: «Εμπρός, παιδιά, για μια μεγάλη Ελλάδα και μίαν ελεύθερη Δωδεκάνησο», ριπή πολυβόλου τον εφόνευσε». Ο Αλέξανδρος Διάκος  γνώρισε την αθανασία σε ηλικία 29 ετών!

Προτομές Δαβάκη και Αλέξανδρου Διάκου στο Επταχώρι.

 

Αλέξανδρος  Διάκος

Από τη Χάλκη κίνησες τον όμορφον αγώνα
με θάρρος απροσμέτρητο κατά των Ιταλών.
Κι όταν στη χώρα έφτασε το άγος τού αιώνα,
στάθηκες αντιμέτωπος στυγνών κατακτητών,
αγέρωχος ενώπιον των εχθρικών πυρών.

Στης Ζούζουλης το ύψωμα σε όρισε η πατρίδα,
και βρέθηκες να πολεμάς στην πρώτη τη γραμμή,
μέσα σου δυνατή φωνή, φωνή τού Λεωνίδα,
νυν υπέρ πάντων ο αγών, του έθνους προσταγή.
Και έπεσες, Αλέξανδρε, στην πρώτη τη γραμμή.

Απλός, καθάριος, άδολος ο πατριωτισμός σου,
μέσα στης μάχης τη βουή, στων όπλων την κλαγγή,
αγνός για την Ελλάδα μας ο ενθουσιασμός σου
σε όρθωσε αφόβιστο, γενναίο μαχητή.
Και έπεσες, Αλέξανδρε, στην πρώτη τη γραμμή.

Πολλοί σε ακολούθησαν στης Πίνδου τις χαράδρες,
σε ρέματα, σε διάσελα, σε χιόνια, σε γκρεμούς,
μέσα στα χρόνια στέκεστε αείφωτες λαμπάδες,
χρέος βαρύ αφήσατε σε μας τους ζωντανούς,
που ήσυχοι βιώνουμε καιρούς ειρηνικούς.

Καθένας απ’ τη θέση του μπορεί να πολεμάει,
για της πατρίδας το καλό και για την προκοπή,
τι τού ’δωσε η πατρίδα του, ποτέ του δε ρωτάει,
και δε ζητάει πληρωμή, καμιά ανταμοιβή,
έτοιμος πάντα να σταθεί στην πρώτη τη γραμμή.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΕΡΑΜΑΡΗΣ
(συνταξιούχος εκπαιδευτικός – Επταχώρι)