Την Κυριακή της Αποκριάς ανάβουμε το βράδυ μεγάλη φωτιά στην πλατεία μας, στο Μεσοχώρι, με κέδρα και ξύλα από το δάσος Επταχωρίου. Φροντίζει γι΄αυτό ο Πολιτιστικός Σύλλογος ο οποίος προσφέρει-ετοιμάζει σουβλάκια, λουκάνικα και κρασί για όλο τον κόσμο που θα βγει στη φωτιά. Οι οργανοπαίχτες Χαλκιάδες του χωριού παίζουν και γίνεται χορός γύρω απ΄τη φωτιά.

Ας δούμε τι γινόταν παλιότερα, δηλαδή κάπου ως τη δεκαετία ’70, που το χωριό είχε πολύ κόσμο… Δεν άναβαν μόνο στο Μεσοχώρι φωτιά, αλλά και σε κάθε μαχαλά-γειτονιά: Παπαλία, Κυρατζιάδικο, Σιάδι, Παπαδούκα, Ανήλιο. Δυο-τρεις βδομάδες πριν τη μέρα αυτή, τα παιδιά κουβαλούσαν (-σαμε) κάθε μέρα κέδρα απ΄το βουνό και τα συγκέντρωναν σε αποθήκες-αχούρια-αχυρώνες. Στον κάθε μαχαλά προσπαθούσαν να μαζέψουν όσα μπορούσαν περισσότερα, για να κρατήσει πιο πολύ απ΄τους άλλους η δική τους φωτιά. Τα φύλαγαν μάλιστα, για να μην τους τα κλέψουν απ΄τους άλλους μαχαλάδες J

Τα βράδια, αρκετές μέρες πριν, ντύνονταν καρναβάλια με παλιά ρούχα και επισκέπτονταν σπίτια χωριανών, όπου έκαναν διάφορα νούμερα, κάτι που πολύ τους διασκέδαζε και το χαιρόταν όλοι.

Γράφει, μεταξύ άλλων, για τις αποκριές ο Δημήτριος Τσίγκαλος:

«Τη μέρα της Αποκριάς οι σκέψεις όλων των παιδιών είναι περισσότε­ρο γυρισμένες στο άναμμα των κέδρων, στις χαρούμενες φωνές που θ’ α­κουστούν «Ψύλλ’, ψύλλ’ μαχαλιώτες», καθώς οι σπίθες ανεβαίνουν προς τα πάνω.

Το μεσημεριάτικο τραπέζι έδινε τη χαρούμενη τούτη μέρα ιδιαίτερο τόνο. Γαλατόπιτες, μπουρέκια, σαραγλιά, λαγγίτες στην πλάκα και στο τηγάνι δημιουργούσαν το αίσθημα της αφθονίας. Δεν υπήρχαν ψητά κρέα­τα, όπως την προηγούμενη Κυριακή της μικρής Αποκριάς, τη θέση τους ό­μως έπαιρναν τηγανητός και καλομαγειρεμένος μπακαλιάρος  που τον είχαν προμηθευ­τεί από καιρό και τον φύλαγαν σε καλή κατάσταση στ’ αλάτι.

Από το οικογενειακό τραπέζι της αποκριάς έλειπαν τα παιδιά και τα παλικάρια. Ήταν καλεσμένα στο τραπέζι του νούνου και χαίρονταν μαζί με άλλα παιδιά του χωριού, που τύχαινε να είναι αναδεξιμιοί του δικού τους ανάδοχου! Έτσι συνέβαινε την εποχή εκείνη μερικά τραπέζια, ιδιαίτερα εκείνων που έστεκαν σαν προύχοντες του χωριού, να συγκεντρώνουν πολ­λά άτομα και να το κάνουν αυτό φανερό με το θόρυβο, το κέφι και τα α­σταμάτητα γέλια από το παίξιμο του χάψαρου.

Ο νουνός έδενε σε μακρύ σκοινί ένα καλοβρασμένο αυγό και το κου­νούσε με μια βέργα πάνω στ’ ανοιχτά στόματα των παιδιών. Κρατούσε πο­λλή ώρα ο χάψαρος, γιατί ήταν δύσκολο να αιχμαλωτιστεί το αυγό από κά­ποιο στόμα της συντροφιάς.

Το σκηνικό της γιορτής άρχιζε ν’ αλλάζει τις απογευματινές ώρες. Καρναβάλια, που δεν έμοιαζαν με τα κουδουνοφόρα της πρωτοχρονιάς, γύ­ριζαν ήσυχα στους δρόμους, σατίριζαν με λόγια και με την όλη τους εμφά­νιση γέρους, γριές, νύφες, πεθερές και παράσταιναν, ακόμα, αρκετά πετυ­χημένα κομπογιαννίτες του καιρού γιατρούς, γυρολόγους διαφημιστές, τσιγγάνους και τσιγγάνες, που χορεύουν αρκούδες, που πουλούν σήτες και κόσκινα, λένε τη μοίρα σε κοπέλες.

Κι όταν βράδιαζε, κι άρχιζαν δειλά – δειλά να βγαίνουν τα πρώτα α­στέρια στον κλειστό από τα βουνά, μα κατακάθαρο ορίζοντα του ουρανού, όλος ο κόσμος πορευόταν στα σημεία που θ’ άναβαν τα κέδρα. Πολλές φλόγες θα ξεπετιούνταν για να στείλουν το χαρμόσυνο μήνυμα της απο­κριάς και να φωτίσουν τις κοπελιές του χωριού, που τραγουδούσαν τον πόνο της ξενιτιάς.

Οι φωτιές που άναβαν στις γειτονιές του χωριού μας, στον Ανήλιο, στην Παπαλία, στην Παπαδούκα, στο Σιάδι και στο Μεσοχώρι μένουν α­κόμα άσβεστες στη μνήμη και ενώνουν, καλύτερα από κάθε άλλο, το σή­μερα με το χτες και το αύριο.

Ήταν αληθινά μια μυσταγωγία η μπουρμπουτούνα, που σηκωνόταν με το άναμμα των κέδρων. Έδινε σ’ όλους χαρά κι αγάπη και δυνάμωνε την προσμονή και την ελπίδα για καλύτερες μέρες.

Οι νέοι και δυνατοί πηδούσαν τη φλόγα, όταν ανέβαινε ψηλά, οι γέροι και ανήμποροι περίμεναν να κάνουν το ίδιο όταν χαμήλωνε η φωτιά. Όλοι τους αναφωνούσαν με το μικρό ή μεγάλο πήδημα «ψύλλ’, ψύλλ’ μαχαλιώτες» κι έλαμπαν από χαρά.»