Από το βιβλίο του Κώστα Μάνου «Το Επταχώρι στις εθνικές επάλξεις»

«Το σπίτι μας είναι απέναντι από το σχολείο, όπου οι Ιταλοί βασάνιζαν τους χωριανούς μου. Τους έδεναν και τους κρεμούσαν από την οροφή και στη συνέχεια τους χτυπούσαν μέχρι θανάτου. Ανεξάλειπτη θα μεί­νει στη μνήμη μου η φράση που τους απηύθυναν: «έκει όπλο;», έχεις, δηλαδή, όπλο; Ακολουθούσαν τα βα­σανιστήρια κι ακούγονταν οι κραυγές των χωριανών μου. Ακόμα σφίγγεται η καρδιά μου. Το Επταχώρι που ήταν κέντρο των επιχειρήσεων με το απόσπασμα του Δαβάκη, μετατράπηκε τώρα σε κέντρο βασανιστηρίων…» (Οκτώ χρονών το 1941 ο Κώστας Μάνος)

«Ένα αντιστασιακό γεγονός που συνδέθηκε με το Επταχώρι είναι η μάχη στον Φαρδύκαμπο, κοντά στη Σιάτιστα Κοζάνης το 1943, όπου αιχμαλωτίστηκαν 603 Ιταλοί, που μεταφέρθηκαν αρχικά στον Πεντάλοφο και στη συνέχεια στο Επταχώρι. Χαρακτηριστικό ήταν το τραγούδι:

«Και εξακόσιοι τρεις πιαστήκαν περευθύς

και τράβα στο Επταχώρι να τους δεις»

Στο Επταχώρι τελούσαν υπό την επιτήρηση των ανταρτών, αλλά τους θέριζε η πείνα. Πολλοί πέθαναν από την ασιτία. Για να μετριάσουν την πείνα τους έτρωγαν χόρτα, φίδια και βατράχια των ποταμών της πε­ριοχής. Σε λίγο καιρό τα βατράχια εξαφανίστηκαν. Εμείς ασυνήθιστοι αηδιάζαμε, αλλά γ’ αυτούς τα βατρά­χια ήταν ο καλύτερος μεζές! Αφού παρέμειναν κάποιο χρονικό διάστημα στο Επταχώρι προωθήθηκαν τελι­κά στη Σαμαρίνα, όπου οι πιο πολλοί έχασαν τη ζωή τους από την πείνα και τις κακουχίες.

Μετά τη συμφωνία του Ιταλού στρατηγού Μπαντόλιο με τους συμμάχους το 1943, πολλοί Ιταλοί στρα­τιώτες παραδόθηκαν στους Έλληνες αντάρτες, ως αιχμάλωτοι του πολέμου. Εβδομήντα περίπου από αυτούς εγκαταστάθηκαν κοντά στο Επταχώρι, στην περιοχή Λάζαρη, έκτισαν ωραι­ότατα σπιτάκια (αμπριά) μέσα στη γη (το έδαφος ήταν επικλινές) και ονόμασαν το χωριό τους Οχταχώρι. Ήταν άνθρωποι φιλειρηνικοί, σίγουρα μισούσαν τον πόλεμο και νοσταλγούσαν την πατρίδα και την οικογένειά τους. Μικρά παιδιά εμείς παρακολουθούσαμε με χαρά τις παρέες των Ιταλών αιχμαλώτων που τραγουδούσαν νοσταλγικά τραγούδια στα σκαλιά της εκκλησίας, όπως:

«Μάνα, η καρδιά μου χτυπάει σήμερα πιο δυνατά…»,  στα Ιταλικά βέβαια, αλλά που τραγουδιούνται και σήμερα στα ελληνικά, ως τα καλύτερα τραγούδια εκεί­νης της εποχής.

Κωνσταντίνος Δήμου – «Γραμματκός» (γραμματέας Επταχωρίου απ΄το 1933 ως το 1969).

«Μάρτιος 1943. Αντάρτες τού ΕΛΑΣ συγκρούστηκαν στο Φαρδύκαμπο, έξω από τη Σιάτιστα, με ένα ιταλικό τάγμα και το εξουδετέρωσαν. Συνέλαβαν 603 αιχμαλώτους. Τους 603 Ιταλούς αιχμαλώτους τούς έφεραν στον Πεντάλοφο και το Επταχώρι, αλλά τους άφηναν τελείως νηστικούς και το 70% πέθαναν από την πείνα.

Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας (Σεπτέμβριος 1943), ένα τάγμα ιταλικού στρατού στη Θεσσαλία, παρεδόθη στα τμήματα του ΕΛΑΣ και τους έφεραν σαν αιχμαλώτους εδώ στο χωριό μας και εγκαταστάθηκαν στη θέση «Λάζαρη», όπου κατασκεύασαν αμπριά μέσα στο χώμα. Ήτο όμως τάγμα συγκροτημένο με τους αξιωματικούς του, τον ιατρόν του κλπ. Όπως μας διηγούνταν οι Ιταλοί, αυτοί ενόμιζαν ότι παρεδίδοντο σε αγγλικά τμήματα. Την συντήρησιν του ιταλικού αυτού τάγματος  ανέλαβεν η αγγλική αποστολή που είχε έδρα της στην μεραρχία τού ΕΛΑΣ στον Πεντάλοφο, πλην όμως τις λίρες τις παρέδιδε στην επιμελητεία τού ΕΛΑΣ. Η βοήθεια που δόθηκε στους Ιταλούς ήταν ελάχιστη. Έτσι οι Ιταλοί ηναγκάζοντο να πωλούν τα ρολόγια τους, τα ρούχα τους, τα δαχτυλίδια τους και ό,τι άλλο είχαν για ένα κομμάτι ψωμί. Ήσαν όμως άνθρωποι εργατικοί και πήγαιναν και δούλευαν στα χωράφια των κατοίκων μόνο για λίγο ψωμί. Κάθε σπίτι είχαν έναν-δυο Ιταλούς για την καλλιέργεια των χωραφιών τους.»

Αργύριος Λουλάκης  (17 χρονών το ’43)

«Πήγαινα στο Οχταχώρι πολύ συχνά. Τους πήγαινα ψωμί και οι Ιταλοί μού έδιναν παλάσκες, γυλιό και άλλα δέρματα τα οποία χρησιμοποιούσα στην κατασκευή παπουτσιών (ήμουν τσαγκάρης). Επίσης μου έδιναν καπνό που πουλούσα στους παππούδες στα καφενεία. Ως και «νοσοκομείο» είχαν, ένα μεγάλο και ψηλό κτίριο που είχαν φτιάξει απέναντι απ΄το Οχταχώρι, όπου κάποιοι Επταχωρίτες που είχαν πρόβλημα υγείας πήγαιναν και οι Ιταλοί  πρόθυμα τους περιέθαλπαν. Όταν καήκαμε απ΄τους Γερμανούς, τον Ιούλιο του ’44, και παρακολουθούσαμε το κάψιμο ψηλά απ΄τον Τάλιαρο, είχαμε μαζί μας και τον Ιταλό Ευγένιο που μας βοηθούσε στο σπίτι και στα χωράφια. Και ενώ βλέπαμε τις φλόγες να τυλίγουν τα σπίτια, λέει ο Ευγένιο: «Αργύρη πάμε να κόψουμε ξύλα για να ξαναφτιάξουμε το σπίτι» … σαν να ήταν της οικογένειας…»